H ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ
(ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΧΑΛΚΟΥΤΣΑΚΗ)
ΑΘΗΝΑ, 1988
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το βιβλίο αυτό δεν είναι αρχαιολογική μελέτη, γιατί αυτός που το έγραψε δεν είναι αρχαιολόγος. Είναι μελέτη ιστορική που αναφέρεται στην ανακάλυψη και την κατόπιν τύχη του αγάλματος που βρέθηκε στη Μήλο, τον Απρίλη του 1820, και που από την πρώτη στιγμή ονομάστηκε Αφροδίτη. Είναι μερικοί που πιστεύουν πως δεν παριστάνει την Αφροδίτη. Είναι πολύ λίγοι αυτοί. Εμείς; Στη Μήλο ακολουθούμε την κοινή γνώμη που, ίσως από σωστή διαίσθηση, παραδέχεται πως το όμορφο αυτό άγαλμα, είναι η Αφροδίτη…
Ο μακαρίτης Γαϊτάνος, στη διατριβή του για την Αφροδίτη, γράφει κάτι χαριτωμένο.
«Περί Αφροδίτης της Μήλου, ως είπε τις προσφυώς, πλειοτέρα μελάνη εχύθη ή όσον αίμα ένεκα της Ελένης του Μενελάου».
Η παρομοίωση είναι χαρακτηριστική. Ίσως δεν υπάρχει άλλο αρχαίο άγαλμα που να έχει συγκεντρώσει τόσα γραπτά. Άλλα από αυτά είναι κοντά στην αλήθεια, κι άλλα είναι πολύ-πολύ μακριά απ’αυτήν, προϊόντα πλούσιας φαντασίας, όπως είναι το άρθρο του «Ω», στον ΣΤ’ τόμο της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας (1928)…
…
Το βιβλίο αυτό φιλοδοξεί να προσφέρει στο ελληνικό κοινό, και ιδιαίτερα στο κοινό του μικρού μας νησιού, τεκμηριωμένη την ιστορία της Αφροδίτης της Μήλου. Βασισμένο σε κείμενα, που πολλά είναι άγνωστα στους εκτός της αρχαιολογικής επιστήμης ελπίζει πως θα σημπληρώσει το κενό που υπάρχει στην ελληνική βιβλιογραφία.
Μικρή προσφορά αγάπης, του συγγραφέα προς την πατρίδα του, τη Μήλο.
Γ.Μ.Χ.
Γενεύη, Μάρτιος 1984
40. Rue de l’Athenee
Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ
Η ανακάλυψη του αγάλματος της Αφροδίτης της Μήλου έχει περιγραφεί σε όλα σχεδόν τα κείμενα που αναφέρονται σε αυτά. Ίσως δεν θα χρειαζόταν, λοιπόν, να γίνει λόγος εδώ, παρά τόσο όσο θα ήταν απαραίτητο για να είναι πλήρης η αφήγηση.
Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Έχουν μιλήσει τόσοι πολλοί, αρμόδιοι και αναρμόδιοι, έχουν δοθεί τόσες διαφορετικές περιγραφές για την ανακάλυψη και για όσα επακολούθησαν, που η εικόνα έχει θολώσει πολύ. Χρειάζεται, λοιπόν, για να καθαρίσει αυτή η θολούρα, να ανατρέξουμε στις πηγές της ιστορίας μας. Και πηγές είναι οι δημοσιευμένες αφηγήσεις αυτού που την έβγαλε από την υπόγεια σπηλιά του Βουτιέ, και αυτών που την είδαν λίγες μέρες αργότερα, όταν ήταν ακόμα στο τόπο που βρέθηκε, στα χέρια του Κεντρωτά. Πηγές ακόμα, οι κυριότερες, είναι οι 6 επιστολές του 1820, που δημοσιεύτηκαν στο γαλλικό τύπο το 1874.
Με βάση λοιπόν αυτές τις πηγές, συναρμολογούμε την ιστορία της ανακάλυψης του αγάλματος.
Την άνοιξη του 1820, ένας γεωργός από την Πλάκα, ο Κεντρωτάς ή Μποτόνης έσκαβε σε ένα πεζούλι, δικό του, κάτω από την Ανατολική Πύλη της αρχαίας πόλης. Ποιος Κεντρωτάς όμως έσκαβε; Υπάρχουν δύο εκδοχές για το βαφτιστικό του όνομα. Ο Βουτιέ κι ο Ντυμόν ντ’Ουρβίλ δεν αναφέρουν όνομα. Ο πρώτος που αναφέρει το όνομα «Γιώργος» είναι ο ντε Μαρσελλύς, που το γράφει στις σημειώσεις που έδωσε στον ντε Κλαράκ, και που αυτός τις χρησιμοποίησε για να γράψει το βιβλίο του. Το αναφέρει στην σελίδα 5 του βιβλίου, που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1821 στο Παρίσι. Ο ντε Μαρσελλύς έμαθε το όνομα «Γιώργος» από τον Μπρεστ, που ήταν μαζί του σε όλες τις διαπραγματεύσεις για το άγαλμα. Ο Μπρεστ το ίδιο όνομα έλεγε και σε άλλους, όπως στον αρχιτέκτονα Μοραί, το 1838 στη Μήλο (Μοραί, 1867, σ.2) και, στον αρχιτέκτονα Ντουσώ, 1847, στην Αθήνα (Ντουσώ, 1877, σ.9).
Αργότερα όμως ο Μπρεστ, σε επιστολή του της 3ης Ιουνίου 1862, προς τον Γάλλο πρεσβευτή στην Αθήνα, Μπουρέ, τον ονομάζει «Θεόδωρο». Η επιστολή αυτή δημοσιεύτηκε στο Παρίσι από τον Ρενάκ το 1897. Ο Ταταράκης το 1867 τον λέει «Δημήτριο». Ο Γαϊτάνος το 1902 και το 1928 τον λέει «Θεόδωρο» στηριζόμενος σε πληροφορίες που πήρε από «αξιόπιστους Μηλιούς» (Γαϊτάνος 1928, σ.9). Ο Χατζηδάκης δεν εκφράζει προσωπική γνώμη αλλά παραθέτει τι γράφει ο ντε Μαρσελλύς. (Χατζηδάκης 1972 σ.120) Στη σελίδα 127,γράφει τι λέγει ο Βουτιέ: «Την 8ην Απριλίου του 1820, γεωργός ονομαζόμενος Γιώργος έσκαπτεν κ.τ.λ.» Ο Βουτιέ όμως ούτε ημερομηνία αναφέρει, ούτε όνομα. Κι ο Βάος αναφέρει τον Θεόδωρο. Και κάνει σημαντικές έρευνες για τον Θεόδωρο. Βρίσκει στο Συμβολαιογραφείο Μήλου την διαθήκη του, στην οποία περιγράφονται τα τρία πεζούλια του στις Τρεις Εκκλησίες, τοποθεσία που εκεί, πραγματικά, βρέθηκε το άγαλμα. Βρίσκει ακόμα τη διαθήκη της γυναίκας του Μοσκούς, και στο ληξιαρχείο της Πλάκας την ηλικία των τριών παιδιών του. Και σε άλλο συμβόλαιο βρίσκει πως ο Θεόδωρος χρησιμοποιόταν ως εκτιμητής για να οριστεί η αξία ενός χωραφιού. Όλα αυτά είναι αληθινά, και η μελέτη του, που δημοσιεύτηκε το 1963, στον Γ΄ τόμο της Επετηρίδας της Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, είναι πολύ τεκμηριωμένη στο ζήτημα αυτό. Για ένα πράγμα όμως, το σημαντικότερο, δεν προσφέρει απόδειξη: πως ο Θεόδωρος Κεντρωτάς είναι αυτός που βρήκε το άγαλμα.
Για το όνομα «Δημήτριος» δεν χρειάζεται πολύς κόπος για να απορριφθεί. Το έχει κάμει ο Γαϊτάνος. (1928, σ.10).
Γιατί όμως ο Μπρεστ στην επιστολή του του 1862 τον βαφτίζει Θεόδωρο, αφού μέχρι το 1847 τον έλεγε Γιώργο; Είναι δυνατόν να μην ήξερε ποιος βρήκε το άγαλμα, αφού ζούσε μέσα στη μικρή κοινωνία του χωριού, τουλάχιστον από το 1817 που έφυγε από την Κίμωλο. Εκεί, στην Κίμωλο είχε γεννηθεί και μεγάλωσε, ήξερε τα ελληνικά καλύτερα από τα γαλλικά, όπως μαρτυρούνε πολλά κείμενά του, ανάμεσα στα οποία και η επιστολή, κατά την Επανάσταση, που συνέταξε και υπέγραψαν όλοι οι πρόξενοι, προς τον Τούρκο ναύαρχο που βρισκόταν με τον στόλο του ανοικτά από τον Προβατά. Ένα αντίγραφο της μου έδειξε πριν από χρόνια ο Ζαφ. Βάος. Είναι στα γαλλικά μα έχει αρκετές ασυνταξίες και ανορθογραφίες. Κι αν πάλι δεν γνώριζε τον Κεντρωτά από πριν, όμως από την ημέρα που βρέθηκε το άγαλμα με αυτόν συζητούσε και αυτόν παρουσίαζε πως το βρήκε. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν νάκανε λάθος ο Λούης Μπρεστ.
Το 1862 που ο Μπρεστ έγραψε αυτή την επιστολή ο Θεόδωρος Κεντρωτάς έχει πια πεθάνει, αφού το 1846 ετοιμοθάνατος κάνει τη διαθήκη του, που δημοσίευσε ο Βάος. Και ο Γιώργος θα έχει πεθάνει γιατί στο Eυρετήριο Θανάτων του Ληξιαρχείου Πλάκας, που αρχίζει το 1859, δεν υπάρχει αυτό το όνομα αυτής περίπου της ηλικίας. Μα κι ο Μπρεστ είναι πια στα τελευταία του, κι έπειτα από τέσσερις μήνες πεθαίνει. Άλλη εξήγηση για το γράμμα αυτό, που είναι γεμάτο ψέματα, δεν στέκει παρά μόνο πως η ηλικία είχε κουράσει τον γέρο-Μπρεστ και δεν θυμόταν καλά. Στο Κεφάλαιο 9, τα Κείμενα αρ.11 παραθέτω ολόκληρη την επιστολή όπως τη δημοσίευσε ο Ρενάκ. Τα σχόλια που την συνοδεύουν είναι δικά του.
Φαίνεται πως η κοινή γνώμη, όμως, την εποχή εκείνη, τον Θεόδωρο παραδεχόταν πως βρήκε το άγαλμα. Το επιβεβαιώνει ο Γαϊτάνος. Ίσως λοιπόν ο Μπρεστ να είχε ξεχάσει τον Γιώργο κι έγραψε ό,τι έλεγε ο κόσμος. Μα ο κόσμος, η κοινή γνώμη, έλεγε και λέει ακόμα πως στη θάλασσα στο Κλήμα έγινε η αρπαγή του αγάλματος από τους Γάλλους. Αυτό έκανε και τον συμπατριώτη μας, τον μακαρίτη Δορυμέδοντα Ευ. Κυρίτση να ψάχνει στο Κλήμα, μέσα στη θάλασσα με βατραχανθρώπους, να βρει τα χέρια της Αφροδίτης. (Εφημερίδα Le Figaro, 25 Ιουνίου 1967).
Κι έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως ο Γιώργος Κεντρωτάς ή Μποτόνης ήταν αυτός που βρήκε την Αφροδίτη της Μήλου.
Έπειτα από τη μεγάλη αυτή παρέκβαση για τον όνομα του Κεντρωτά, επανέρχομαι στην εξιστόρηση της ανακάλυψης. Έσκαβε λοιπόν, ο Κεντρωτάς μέσα στο πεζούλι του. Μα τι σκάψιμο έκανε; Ο Βουτιέ, αυτόπτης μάρτυρας, λίγα μέτρα παρακάτω με τους δύο ναύτες της «Εσταφέτ», έψαχνε γι΄αρχαία. Γράφει λοιπόν, πως ο Έλληνας χωρικός έβγαζε πέτρες από κάτι ερείπια, (Βουτιέ, 1874, σ.8), πέτρες κατάλληλες για οικοδομή. Ο Ντυλόν ντ΄Ουρβίλ, γράφει πως ο χωρικός σκάβοντας βρήκε τυχαία μερικές πελεκημένες πέτρες, κι έτσι συνέχισε να ψάχνει. (Μπενιέ, 1908, σ.231). Ο Ντυμόν ντ’ Ουρβίλ δεν ήταν παρών, και αυτά θα τα έμαθε από τον Μπρεστ. Ο Μοραί γράφει πως όπως του είπε ο Μπρεστ το 1838, ο Γεώργος είχε κόψει ένα χοντρό δέντρο για να πάρει τα ξύλα, και θέλοντας να πάρει και τις ρίζες έκαμε ένα λάκκο ολόγυρα. (Μοραί, 1867, σ.3). Ο Φερρύ λέγει, όπως του είπε ο γιος του Μπρεστ ( ο Νικόλαος) το 1873, πως ο Κεντρωτάς είχε βοηθούς στο σκάψιμο τον γιο του Αντώνη, 18 χρονών τότε και τον ανιψιό του, 20 χρονών. Ο Βουτιέ όμως δεν μιλά για άλλους Έλληνες παρά μόνο για έναν, αυτόν που βοήθησαν οι δύο ναύτες του.
Όταν φάνηκε η βαθιά τρύπα, ο Κεντρωτάς σκύβει και βλέπει κάτι μάρμαρα να ασπρίζουν. Πίσω του όμως είναι οι τρεις Γάλλοι. Καταλαβαίνει πως αυτά που βρήκε έχουν αξία και θέλει να τα κρύψει σκεπάζοντάς τα με χώματα. Σ’ αυτό ο Βάος σωστά διέγνωσε την προσπάθεια του Κεντρωτά να κρύψει τον θησαυρό του από τους ξένους, για κατοπινή εκμετάλλευση. Ο Βουτιέ δεν κατάλαβε την πονηριά του Έλληνα χωρικού και γράφει:
«Είχε ανακαλύψει το επάνω μέρος ενός αγάλματος, σε πολύ κακή κατάσταση και αφού δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του, ετοιμαζόταν να το ξανασκεπάσει με γκρεμίδια».
Δεν ήταν τόσο αφελής ο Κεντρωτάς.
Από δω και πέρα θα παρακολουθήσουμε τον Βουτιέ, που αυτόπτης μάρτυρας, δίνει λεπτομερειακά την περιγραφή της ανακάλυψης. Όταν είδε τον Κεντρωτά να σκύβει και να κοιτάζει μέσα στην σκοτεινή τρύπα, πλησίασε. Του έδωσε μερικά γρόσια φιλοδώρημα και με τη βοήθεια των δύο ναυτών έβγαλαν το επάνω μέρος του αγάλματος, από την τρύπα. Επίεσε τον Κεντρωτά να ψάξει κα να βρει και το άλλο, το κάτω μέρος του αγάλματος. Για να γράφει «επίεσε» και «να ψάξει», σημαίνει πως ο Κετνρωτάς δεν ήταν πολύ πρόθυμος. Ο λόγος είναι φανερός. Προσπαθούσε να κρύψει ότι μπορούσε. Και για «να ψάξει» θα πει πως δεν φαινόταν το κάτω μέρος του αγάλματος και χρειαζόταν να βγούν τα χώματα και οι πέτρες που το έκρυβαν. Δεν άργησε να το βρει. Έγινε μια προσπάθεια να προσαρμοστούν τα δύο μέρη του αγάλματος, μα έλειπε ένα κομμάτι από τη μέση. Χρειάστηκαν καινούργιες παροτρύνσεις του Βουτιέ και πολλά ψαξίματα για να βρεθεί, μέσα στα χώματα και τις πέτρες, κι αυτό το κομμάτι. Και τότε ο Βουτιέ μπόρεσε και έστησε το άγαλμα. Δεν γράφει αν το στήσιμο έγινε μέσα στην τρύπα ή έξω από αυτή, στην επιφάνεια του εδάφους. Το κάτω μέρος του αγάλματος, πολύ βαρύ, πάνω από 500 κιλά, δύσκολα θα μπορούσαν να το ανεβάσουν στην επιφάνεια οι τρεις, ο Κεντρωτάς και οι δύο ναύτες, ή οι τέσσερις αν βοηθούσε κι ο Βουτιέ. Αν πάλι κατάφερναν να το ανεβάσουν, δεν θα ήταν λογικό να το κατεβάσουν πάλι μέσα στην τρύπα, όταν τελείωσε το σχεδίασμα από τον Βουτιέ. Γιατί μέσα στη σπηλιά το είδαν αργότερα οι Γάλλοι Αξιωματικοί.
Ο Βουτιέ αμέσως μετά έτρεξε στην Πλάκα, να ειδοποιήσει τον Μπρεστ για την αποκάλυψη, και στο πλοίο του, την «Εσταφέτ» να πάρει το λεύκωμα και τα μολύβια του, για να σχεδιάσει το άγαλμα.
Όσο έλειπε ο Βουτιέ, ο Κεντρωτάς εξακολουθούσε να ψάχνει. Έτσι βρήκε τις δυο Ερμές, με κεφάλι νέου και κεφάλι γέρου, καθώς κι ένα κομμάτι μπράτσου, μα τόσο φθαρμένο που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί.
Όταν ο Βουτιέ γύρισε από το λιμάνι άρχισε να σχεδιάζει το άγαλμα, τα δύο μέρη χωριστά και τις δυο Ερμές (Εικών 5.). Αντίγραφο του σχεδίου αυτού πρωτοδημοσίευσε ο Φελίξ Ραβαισόν στην εφημερίδα «Τέχνη» το 1874. Αργότερα, το 1892, το ίδιο αντίγραφο δημοσίευσε στη μεγάλη διατριβή του για την Αφροδίτη της Μήλου. Όση ώρα ο Βουτιέ σχεδίαζε προσπαθούσε να πείσει τον Μπρεστ, που ήταν δίπλα του, να κλείσει αμέσως συμφωνία. Ο Κεντρωτάς ζητούσε μόνο 400 γρόσια. Μα ο Μπρεστ δίσταζε. Έλεγε αναστενάζοντας:
«Μα είστε βέβαιος, καλά βέβαιος, πως αυτά τα μάρμαρα αξίζουν τόσα λεφτά; Σας παρακαλώ, μη με κάνετε να ριψοκινδυνέψω τα λεφτά μου».
Τελικά ο Μπρεστ, έπειτα από τις συμβουλές και τις πιέσεις και άλλων Γάλλων Αξιωματικών, που αργότερα είδαν το άγαλμα, απόσπασε από τον Κεντρωτά την υπόσχεση πως δεν θα δώσει σε άλλον το άγαλμα, μέχρι να έλθει η απάντηση του Γάλλου Πρεσβευτή από την Πόλη, στον οποίον έγραψε ο Μπρεστ, μέσω του Γενικού Προξένου στη Σμύρνη, του Πιερ Νταβίντ.
Από την πρώτη στιγμή η ανακάλυψη του ωραίου αγάλματος διαδόθηκε στην μικρή κοινωνία της Μήλου. Ένας πρόκριτος, ο Ιάκωβος Ταταράκης, όπως αναφέρουν ο Αριστ. Ταταράκης (το 1867) και ο Αντ. Μηλιαράκης (το 1907), προσπαθούσε να σταματήσει τις διαπραγματεύσεις με τους Γάλλους. Έλεγε στον Κεντρωτά πως ο πρίγκιπας Μουρούζης, Δραγουμάνος του Τουρκικού Στόλου, του είχε αναθέσει να αγοράζει κάθε αρχαίο που θα βρισκόταν στη Μήλο και να του το στέλνει στην Πόλη. Οι φοβέρες του προκρίτου έπιασαν τόπο. Δεν χρειαζόταν και πολλά για να τρομοκρατηθεί ένας ραγιάς, όπως γράφει ο Βουτιέ, που κατεβαίνει στο πλοίο του για να παρακινήσει τον κυβερνήτη του, τον Ρομπέρ, να φύγουν αμέσως για την Πόλη για να αναφέρουν σχετικά στον Πρεσβευτή, τον μαρκήσιο ντε Ριβιέρ. Κι από εδώ και πέρα η μνήμη του Βουτιέ δεν τον βοηθά. Αυτά που γράφει, στη συνέχεια, για το πότε έφυγαν, πότε έφτασαν στην Πόλη, πότε γύρισαν στη Μήλο, δεν είναι αλήθεια. Θα δούμε αργότερα πως έγιναν τα πράγματα.
Ο Κεντρωτάς, έπειτα από τις συζητήσεις με τους Γάλλους και μετά την επέμβαση του Ιάκωβου Ταταράκη, κατάλαβε πως το άγαλμα είχε μεγάλη αξία και φρόντισε να το εξασφαλίσει μέχρι να δει τι θ’ απογίνει. Μεταφέρει το επάνω μέρος στη μάντρα του, που ήταν εκεί κοντά. Μάντρα στη Μήλο, λένε το στάβλο των προβάτων ή των άλλων ζώων. Να πως την περιγράφει ο Ματτερέρ. (Ζ. Αικάρ, 1874, σ. 148):
«Στο μικρό αυτό καλύβι, που βλέπετε εκεί κάτω, στη γωνιά αυτού του χωραφιού, όπου η μητέρα του πλέκει τη ρόκα της, φυλάγοντας το άγαλμα που βρήκε ο γιος της,…. το καλύβι ήταν στρωμένο με κοπριά προβάτων».
Εκεί μέσα σ’ αυτή τη μάντρα με τις κοπριές, έχει ακουμπήσει ο Κεντρωτάς την όμορφη Αφροδίτη. Εκεί έρχονται και τη βλέπουν ντόπιοι και ξένοι. Ο Ντωριάκ στις 11 Απριλίου εκεί την βλέπει. Ο Ντυμόν ντ’ Ουρβίλ μαζί με τον Ματτερέρ, εκεί την βλέπεουν, στις 19 Απριλίου, όταν κατεβαίνουν από την Πλάκα, μαζί με τον Μπρεστ.
Και φτάνουμε στην ημερομηνία της ανακάλυψης, που κι αυτή έχει δοθεί λάθος, όπως και τόσα άλλα για το άγαλμα. Ο ντε Μαρσελλύς λέγει τέλος Φεβρουαρίου, και στο βιβλίο του, του 1839, και στις σημειώσεις που έδωσε στον ντε Κλαράκ και που δημοσιεύονται στο βιβλίο του, το 1821. Ο Ντυμόν ντ’ Ουρβίλ, στα τέσσερα κείμενα της αναφοράς του, που έχουν δημοσιευθεί, δίνει αόριστες ημερομηνίες. Στο κείμενο που έδωσε στον ντε Μαρσελλύς, γράφει: «Πριν ένα μήνα περίπου». Στα κείμενα που δημοσιεύθηκαν το 1821 και το 1862, γράφει: «Τρεις εβδομάδες περίπου, πριν φτάσουμε στη Μήλο». Και τέλος στο κείμενο που εδημοσίευσε ο Μπενιέ, το 1908, γράφει: «Στις αρχές του Απριλίου 1820».
Η αληθινή ημερομηνία, τελικά, γίνεται γνωστή μόνο το 1874, όταν δημοσιεύτηκαν οι έξι επιστολές του 1820. Στην πρώτη επιστολή που ο αντιπλοίαρχος Ντωριάκ έγραψε την 11 Απριλίου, αναφέρει: «Πριν από τρεις, ημέρες, βρέθηκε από ένα χωρικό κ.λπ.». Έτσι η 8 Απριλίου είναι η εξακριβωμένη ημερομηνία της ανακάλυψης. (Κείμενα, Αρ.1).
Πρέπει να προστεθεί εδώ πως η ημερομηνία αυτή είναι με το νέο ημερολόγιο, το Γρηγοριανό, που χρησιμοποιούσαν στη Δύση. Εδώ στην Ανατολή χρησιμοποιούσαν τότε το Ιουλιανό ημερολόγιο, που αργότερα το ονόμασαν παλαιό. (στην Ελλάδα η αλλαγή από το παληό στο νέο έγινε την 16 Φεβρουαρίου 1923 που μετονομάστηκε σε 1η Μαρτίου). Με το παληό ημερολόγιο η ημερομηνία της ανακάλυψης, είναι η 28 Μαρτίου.
Ας δούμε τώρα τι βρέθηκε μέσα στην υπόγεια σπηλιά, εξέδρα του σταδίου της αρχαίας πόλης. Ο Βουτιέ λέγει: την Αφροδίτη σε δύο μεγάλα μέρη, το ενδιάμεσο κομμάτι από τον δεξιό γοφό και ένα άμορφο κομμάτι μπράτσου. Λέγει επίσης πως βρέθηκαν δυο Ερμές, η μία με κεφάλι νέου και η άλλη με κεφάλι γέρου. Ο Μπρεστ στην επιστολή του της 12ης Απριλίου λέει τα ίδια, καθώς κι ο Ντυμόν ντ’ Ουρβίλ κι ο Ματτερέρ. Όλοι αυτοί οι τέσσερις πρώτοι μάρτυρες, μιλούν για την Αφροδίτη και τις δυο Ερμές. Το άγαλμα δεν ήταν, έτσι απλά, δύο μέρη και ένα κομμάτι της μέσης. Είχε αποσπασθεί ο κότσος των μαλλιών, όπως γράφει ο Βουτιέ. Το ενδιάμεσο κομμάτι δεν ήταν ένα αλλά τέσσερα. Ήταν ακόμα το κομμάτι της παλάμης που κρατά το μήλο και ένα κομμάτι αριστερού βραχίονα, για το οποίο μιλά ο Βουτιέ. Τα δύο αυτά κομμάτια των χεριών είναι πολύ πιθανόν να ανήκουν στο άγαλμα. Τα τέσσερα κομμάτια της μέσης, κατά περίεργο τρόπο δεν τα αναφέρει κανείς, ούτε ο ντε Μαρσελλύς που τα φόρτωσε στην Εσταφέτ. Σε κατοπινό άρθρο του μιλά για όλα τα άλλα εκτός από αυτά. (ντε Μαρσελλύς, 1854, σ. 291-285). Πρώτη αναφορά γίνεται στο βιβλίο του ντε Κλαράκ, το 1821. Έτσι το άγαλμα της Αφροδίτης βρέθηκε σε επτά κομμάτια, και αυτά, συναρμολογημένα, το απαρτίζουν από το 1821. Η παλάμη με το μήλο, είναι βέβαιο πως βρέθηκε από την πρώτη στιγμή, γιατί γίνεται λόγος για το μήλο που δέχεται η Αφροδίτη, στις δύο πρώτες επιστολές του 1820. Αυτή είναι η ιστορία της ανακάλυψης της Αφροδίτης της Μήλου, από τον Γεώργιο Κεντρωτά ή Μποτόνη, στις 8 Απριλίου 1820, μέσα σε μια εξέδρα του Σταδίου της αρχαίας πόλης, που είχε γεμίσει με πέτρες και χώματα που είχαν κυλήσει από πάνω.
|